Δήμαρχος Ιωαννίνων - Μωυσής Ελισάφ

Η κουλτούρα της τραυματικής μνήμης ενός εμφυλίου

3 Οκτωβρίου, 2022

Μπαίνουμε σε μια πλανητική πλέον αβεβαιότητα. Ο πλανήτης όλος με κομμένη την ανάσα παρακολουθεί μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον νέο Αρμαγεδώνα που συντελείται και μάλιστα στην καρδιά της Ευρώπης. Σαν να μη μάθαμε τίποτα από τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους του αιώνα των άκρων. Με αφορμή τη μαύρη επέτειο της εκτέλεσης των 19 συμπολιτών μας (1) θα επιχειρήσω βραχύλογα να προσεγγίσω την αξία και τη σκοπιμότητα αυτών των επετείων. Να προσεγγίσω δηλαδή την πολιτική διαχείριση μιας άκρως τραυματικής μνήμης, όπως είναι η μνήμη ενός εμφυλίου πολέμου.

Είναι γνωστή η διάσημη πρόταση του Χέγκελ που έλεγε ότι «η Ιστορία ένα διδάσκει, ότι δεν διδάσκει τίποτε». Πράγματι η Ιστορία δεν διδάσκει τίποτε και άρα ούτε και οι επέτειοι. Δεν διδάσκει τίποτα, όχι γιατί δεν έχει να διδάξει. Εχει να διδάξει και η Ιστορία και οι επέτειοι. Διδάσκει όμως μόνον αν υπάρχουν μαθητές που να ενδιαφερθούν να μάθουν από το παρελθόν. Τότε θα δουν ότι η Ιστορία σίγουρα διδάσκει και άρα και οι επέτειοι. Ή, τουλάχιστον προειδοποιεί, σημαίνει και επισημαίνει, ώστε να μην επαναλαμβάνονται τα λάθη.

Ειδικότερα, η πολιτική διαχείριση της τραυματικής μνήμης των εμφυλίων πολέμων παρουσιάζει δυσεπίλυτα προβλήματα που μοιάζουν με τη διαχείριση της τραυματικής μνήμης αλλοεθνών εμπολέμων, αλλά κυρίως διαφέρουν. Είναι προφανές ότι μετεμφυλιακά υπάρχουν και θύτες και θύματα. Και βέβαια και νικητές και ηττημένοι. Η συνέπεια είναι η βία ως μνήμη στον εμφύλιο πόλεμο να συνιστά ένα εύφλεκτο σχεδόν διαρκές κατάλοιπο του παρελθόντος που μπορεί ανά πάσα στιγμή να απειλήσει το παρόν. Αυτό έχει ως συνέπεια η επιταγή μιας ευρείας λήθης να μην είναι εύκολη, καθώς η τραυματική μνήμη μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Αν και οι επόμενες γενιές, χάριν ενός υγιέστερου κοινού μέλλοντος ολοένα και μειώνουν την ενασχόλησή τους με το παρελθόν. Σε κάθε περίπτωση οι μεν θύτες θέλουν να ξεχάσουν ή έστω να αποσιωπήσουν και σε κάθε περίπτωση να μην αναθεωρηθεί η Ιστορία. Τα θύματα όμως θέλουν να θυμούνται και επιπλέον στην καταγραφή του παρελθόντος να αποτυπωθεί και η δική τους οπτική.

Από την άλλη πλευρά στο επίπεδο των συμβόλων η διαχείριση της τραυματικής μνήμης για καιρό παραμένει ετεροβαρής: τα δημόσια μνημεία και σύμβολα εξακολουθούν να παγιώνουν μονομερώς την οπτική των άλλοτε νικητών, ενώ η οπτική των ηττημένων μεταλλάσσεται σε μια περιορισμένης εμβέλειας αντι-μνήμη που συντηρείται, σχεδόν σιωπηλά, στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Από την ασυμμετρία αυτή πλήττεται και η δημοκρατία. Η πολιτική αναμέτρηση γίνεται συνήθως στον απόηχο της μετεμφυλιακής διαφοράς, την ώρα που τα ζέοντα προβλήματα της συνύπαρξης παραδίδονται στον Καιάδα της αυτο-επιδείνωσης.

Ομως, καμιά δημοκρατία δεν μπορεί να στεριώσει για μεγάλο χρονικό διάστημα επάνω σε σωρούς πτωμάτων ή ακόμη και σε μια τυραννική σιωπή. Για τον λόγο αυτό η τραυματική μνήμη επανέρχεται επίμονα από τη σκοπιά των θυμάτων ή και από τους απογόνους επόμενων γενεών αυτή τη φορά με αίτημα την εξισορρόπηση των αντιθετικών απόψεων για τα δρώμενα του παρελθόντος. Ωστε, κατ’ αρχήν να σταματήσει ο πόλεμος των αναμνήσεων που θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο τη δημοκρατία, αλλά και την εσωτερική ειρήνη της χώρας.

Εδώ ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα. Κρίσιμο και για την επιβίωση της δημοκρατίας της ίδιας: Τελικά είναι ασύμβατες οι έννοιες αλήθεια, δικαιοσύνη και ειρήνη; Σίγουρα η απάντηση είναι ή οφείλει να είναι: Οχι, δεν είναι ασύμβατες, αλλά υπό προϋποθέσεις. Ο στόχος της αλήθειας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης είναι ή οφείλει να είναι ένα συλλογικό αίτημα. Αρα και η ισορροπία θα πρέπει να αναζητηθεί από σύσσωμη την κοινωνία, ώστε η μνήμη να μην έχει καταστρεπτικές συνέπειες για τη χώρα. Πρέπει, δηλαδή, να αναζητηθεί μια τέτοια αναμέτρηση με το παρελθόν που όχι μόνον να μη συντηρεί τις εμφυλιοπολεμικές εντάσεις, αλλά να συμβάλλει απεναντίας αποφασιστικά στον εκδημοκρατισμό της συλλογικής οντότητας. Προπάντων να μη διχάζει τη χώρα.

Μια λήθη συνεπώς που να ευνοεί τη συμφιλίωση μπορεί να λειτουργήσει υπό πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις: να είναι προϊόν κοινής αποδοχής τόσο ως προς τη διαχείριση των συμβόλων του παρελθόντος, των επετείων κ.λπ. αλλά και ως προς την κουλτούρα που θα πρέπει να διέπει την τραυματική μνήμη.

Το τραύμα ενός εμφυλίου αποτυπώνει και συντηρεί τον διχασμό και τη φρίκη, γενιές μετά τη λήξη του. Η δυναμική μάλιστα που δημιουργείται στον απόηχο μιας εμφύλιας σύρραξης σε συνδυασμό με μια οικονομική, πολιτισμική ή και γεωπολιτική κρίση αποδεικνύεται θανάσιμη απειλή και για τη δημοκρατία την ίδια. Πολύ περισσότερο απειλητική είναι όταν ήδη η δημοκρατία αγκομαχά κάτω από την πίεση των κακοήθων όγκων της δημαγωγίας και του λαϊκισμού. Αλλά και της απαιδευσίας που διαμορφώνουν μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων χωρίς κριτική σκέψη.

Η δημοκρατία είναι το μόνο σύστημα που προστατεύει τη συνύπαρξη, αλλά και το μόνο που προστατεύει και εκείνους που τη λιθοβολούν, ωστόσο προχωρεί και σώζεται μόνο με τον διάλογο. Εναν ειλικρινή διάλογο όπου όλοι ζυγίζουν ήρεμα τις απόψεις των άλλων, αλλά και τις δικές τους και θέτουν υπό επαλήθευση τόσο εκείνες, όσο και τις δικές τους. Εναν διάλογο όπου θα επικρατεί η πυγμή του επιχειρήματος και όχι το επιχείρημα της πυγμής. Εναν διάλογο που θα καταργεί τον φανατισμό που τόσους εμφύλιους διχασμούς έχει προκαλέσει στη χώρα μας. Ο φανατισμός και το μίσος μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, ο χρόνος μάλιστα σφυρηλατεί τη συμπεριφορά και με τον καιρό τη μεταλλάσσει σε πάγια κουλτούρα. Το αδιέξοδο και η άβυσσος καραδοκούν.

Αυτή την πιθανή κουλτούρα είναι που πρέπει να αλλάξουμε. Και πρέπει να το επιχειρήσουμε τώρα που ο νέος Αρμαγεδδώνας απειλεί και πάλι με αφανισμό τον πλανήτη. Καιρός είναι να μεταλλάξουμε τη λειτουργία των επετείων σε δράση που ενώνει και όχι που διχάζει. Και των αθώων τούτων θυμάτων η επιταγή αυτή θα ήταν.

*Το κείμενο προέρχεται από την ομιλία του στην 74η επέτειο από την εκτέλεση 19 Γιαννιωτών το 1948 σε μια δίκη σκοπιμότητας στην κορύφωση του εμφυλίου πολέμου.

 

Last modified: 3 Οκτωβρίου, 2022

Comments are closed.