Δήμαρχος Ιωαννίνων - Μωυσής Ελισάφ

Άρθρο του Δημάρχου Ιωαννίνων στην εφημερίδα «Τα Νέα»

24 Οκτωβρίου, 2021

Με αφορμή το έπος του 1940

Του Μωυσή Ελισάφ

 

Μετά το 1821, το έπος του ’40 είναι η πιο κορυφαία ώρα του νεότερου Ελληνισμού. Τα μεγάλα, όμως, γεγονότα ενός έθνους δεν είναι απλά πηγή υπερηφάνειας για τους επιγόνους. Κάτι τέτοιο θα στένευε αφόρητα τις διαστάσεις τους. Οι μεγάλες ώρες ενός έθνους, πέρα από το φθαρτό «σώμα» των γεγονότων, που με τον καιρό γίνεται βορά της λήθης, είναι αυτόχρημα και μεγάλες ώρες παιδείας. Εμπεριέχουν στον εσωτερικό πυρήνα τους διαχρονικές αξίες η αναγωγή των οποίων είναι το μεγάλο χρέος των επιγόνων. Οι μεγάλες ώρες, όπως το έπος του ’40, είναι η ύψιστη παιδεία της μεγάλης πράξης. Κι αυτό είναι το ουσιώδες που επιβιώνει στον χρόνο. Εγκλείουν μέσα τους συσσωρευμένη και συμπυκνωμένη εμπειρία. Ροπές και τάσεις καθοδηγητικές και σωτήριες για τους επιγόνους. Το χρέος, συνεπώς, σήμερα όλων των Νεοελλήνων δεν περιορίζεται στο να ξαναθυμηθούμε τα γεγονότα και μόνο έτσι να αισθανθούμε ότι επιτελέσαμε το χρέος μας. Το χρέος μας είναι να αναδείξουμε το πυκνό φάσμα των ιδεών που περιέχει το μέγα γεγονός του ’40, να ανασύρουμε τα παιδευτικά του μηνύματα, τα σωτήρια άλλωστε για τις μέρες μας και να τα καταστήσουμε οδηγούς. Προκειμένου να βγούμε από τον λαβύρινθο στον οποίο ήδη έχουμε βρεθεί. Μόνον έτσι θα τιμήσουμε το διαπρεπές φορτίο της Ιστορίας μας. Μόνον έτσι θα δώσουμε ελπίδα στα επόμενα όνειρά μας. Και μόνο έτσι θα βεβαιωθούμε για τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν τα, έτσι κι αλλιώς, αβέβαια επόμενα βήματά μας.

Αλλωστε, ένα βαρύρροπο ιστορικό γεγονός, όπως εκείνο του ’40, το τιμάς με μια ισόρροπη και ισοδύναμη πράξη παρόντος. Τα μεγάλα έργα μόνο με έργα οφείλουμε να τα τιμούμε «έργω και δηλούσθαι τας τιμάς». Τότε, και μόνο τότε, η οφειλόμενη τιμή προσδοκάται να γίνει ισότιμη του μεγάλου γεγονότος. Τότε και μόνο τότε οι απόγονοι τιμητές κοινωνούν και επι-κοινωνούν με τα μεγάλα γεγονότα. Στην αντίθετη περίπτωση το ευκλεές περιεχόμενο της Ιστορίας εκπίπτει σε ανεπίτρεπτη αμηχανία των ρητόρων. Ή και σε μάταιους και νυσταλέους λιβανωτούς.

Το τι έγινε την ημέρα εκείνη του 1940, είναι προφανές: Ενας Γολιάθ προκαλεί έναν Δαβίδ. Ενας Λυαίος έναν Νέστορα. Ή, με άλλα λόγια, η δύναμη προκαλεί την αδυναμία. Το ανίσχυρο δίκαιο απειλείται από το πανίσχυρο άδικο. Η νύχτα της παραφροσύνης απλωνόταν στο ήδη αιμόφυρτο πρόσωπο της Ευρώπης, ενώ η φρίκη της ξανθής κτηνωδίας κάγχαζε πάνω από το ετοιμοθάνατο πτώμα της. Η βία «φιλοσοφεί» πάνω στο σώμα της Ευρώπης και όχι μόνο. Κι όλα αυτά σε μια δυναμική που έδειχνε πως η αντιστροφή ήταν αδιανόητη. Και πολύ περισσότερο για τον λαό μας.

Και ξαφνικά τη μέρα εκείνη του ’40 αλλάζουν όλα. Ο κομπασμός των δήθεν αήττητων ραγίζει απροσδόκητα. Ο,τι χτες φάνταζε αδιανόητο αποδεικνύεται εφικτό. Το υδαρές φρόνημα των σχιζοφρενών συναντά τα όριά του. Κι ο χρόνος παύει να μοιάζει τελεσίδικα προσωπική ιδιοκτησία των τυράννων. Τούτος ο λαός, ο «μικρός και μέγας», παραμερίζει τα προσωπικά όνειρά του, διευθετεί και ανασυντάσει τη συλλογική του μνήμη και υψώνει την οργή του εις επήκοον της έκπληκτης Ευρώπης. Και διαψεύδει όλες τις προβλέψεις. Για να αποδείξει, για μια ακόμη φορά, πως στην αναμέτρηση του δικαίου με το άδικο, του αγαθού με το κακό, αιώνιος και ακατάλυτος νόμος είναι ο θρίαμβος των δυνάμεων του αγαθού. Νόμος που ισχύει ακόμη και όταν συγκρούονται ένας Δαβίδ με έναν Γολιάθ ή ένας Νέστορας με έναν Λυαίο.

Και αυτό είναι ένα πρώτο και κυρίαρχο μήνυμα της μέρας εκείνης.

Την ίδια μέρα, όμως, φανερώνεται και κάτι ακόμη, απείρως σημαντικότερο. Είναι η ανάδυση της συλλογικής συνείδησης ενός λαού. Μια συλλογική συνείδηση που, αφού διευθέτησε και ανασύνταξε την ιστορική της μνήμη, μεταβάλλεται αστραπιαία σε αδιαπραγμάτευτη δύναμη. Και στέκεται ατσάλινο ανάχωμα στην υπέρτερη δύναμη. Και είναι αυτή η νέα δύναμη που αλλάζει τη ροή των γεγονότων. Το δεύτερο, συνεπώς, μήνυμα της μέρας αυτής είναι τούτο: Η ψυχική ενότητα, μαζί με την πίστη στο δίκαιο του αγώνα και την παράδοση του έθνους, αναδεικνύεται για ακόμη μια φορά το ακατάλυτο τρίπτυχο της μοναδικής αστείρευτης πηγής από την οποία το έθνος αντλεί την ύπαρξή του και τη μεγαλοσύνη του. Και εν τέλει σε ώρες κρίσης και τη σωτηρία του.

Κι αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα.

Ενα δίδαγμα που, σήμερα, μας είναι ιδιαίτερα αναγκαίο. Καθώς βρισκόμαστε στην καρδιά μιας πρωτόγνωρης κρίσης, είναι προφανές, πως η ανασύνταξη της μνήμης και η συγκρότηση μιας νέας συλλογικής συνείδησης είναι και πάλι η νέα μας ελπίδα. Βεβαίως τα προβλήματα σήμερα δεν είναι όμοια με εκείνα του ’40. Σήμερα, ο «εχθρός» δεν βρίσκεται «προ των Πυλών». Και δεν μας ζητάει με τρόπο ιταμό την κατάργηση των εθνικών συνόρων. Σήμερα όμως ο εχθρός έχει ήδη περάσει τις πύλες. Και βρίσκεται εδώ. Είναι η οικονομική κρίση. Που, αφού, για καιρό και καιρό, σάρωνε τις αδιατίμητες αξίες του αλτρουισμού και της αλληλεγγύης, αποθέωνε τον ατομικισμό, κατέστρεφε τη συλλογική συνείδηση, έφτασε σήμερα να μας απειλεί όλους. Και εκεί, στο ήδη επισφαλές κλίμα, προστέθηκε απροσδόκητα και ο κορωνοϊός που δεν λέει να φύγει.

Σήμερα, λοιπόν, είναι και πάλι η ώρα ενός νέου εθνικού συναγερμού. Θα πρέπει συνεπώς και πάλι να ανασυντάξουμε τη μνήμη μας και να υφάνουμε από την αρχή τις λησμονημένες αξίες της αλληλοκατανόησης και της θυσίας. Προκειμένου να συγκροτήσουμε μια νέα συλλογικότητα, στην οποία ο άλλος δεν θα είναι ξένος, ανταγωνιστής, αλλά συνοδοιπόρος, συναγωνιστής και εν τέλει συνάνθρωπος. Και μόνον έτσι θα αντιμετωπίσουμε την πολλαπλή κρίση.

Αυτή την υποθήκη μάς άφησαν οι μαχητές της μέρας εκείνης του ’40. Είναι, λοιπόν, προφανές πως για να εκπληρώσουμε το χρέος μας απέναντί τους, αλλά και απέναντι στις γενιές που έρχονται, δεν αρκούν οι εορταστικές εκδηλώσεις. Χρέος της σημερινής ημέρας είναι να καταδυθούμε στο βαθύτερο νόημα του αγώνα εκείνου και ταυτόχρονα να καταλάβουμε πως η «χιλιάκριβη η Λευτεριά», για την οποία αγωνίστηκαν οι μαχητές του ’40, δεν είναι μόνο μία. Εκείνη δηλαδή που απειλήθηκε και καταπατήθηκε βάρβαρα και βάναυσα από τους παρανοϊκούς και φιλόδοξους κοσμοκράτορες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Απομένουν ακόμα η Λευτεριά η οικονομική, η Λευτεριά η πολιτική, η Λευτεριά η πνευματική. Το βαθύτερο δίδαγμα του ’40 είναι πως καμία λευτεριά δεν χαρίζεται. Ολες κατακτώνται. Κι όχι μια φορά και για πάντα. Αλλά διαρκώς και από κάθε γενιά. Και από κάθε άτομο. Η ζωή των εθνών άλλωστε είναι μια διαρκής σωτηρία. Οπως και των ατόμων. Αλλά και οι απειλές είναι συνεχείς. Αλλάζουν προσωπεία. Μπορεί να γίνονται και οικείες και γι’ αυτό πιο επικίνδυνες. Κι αυτό ιδιαίτερα ισχύει για την εποχή μας.

Συμπερασματικά θα κατέληγα με τούτο: για να μείνει στη χώρα μας η Λευτεριά η πολυδιάστατη αυτό που της χρειάζεται είναι η συλλογική αλλά και η ατομική διαρκής εγρήγορση και επαγρύπνηση. Και προπάντων είναι η διαρκής παιδεία, η μόνη που θα μας διασφαλίζει ένα διαρκώς υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας, προκειμένου σ’ αυτόν τον πολύπλοκο και πολυσύνθετο κόσμο της παγκοσμιοποίησης που αναδύεται να μπορούμε να ανιχνεύσουμε με ασφάλεια τις νέες προκλήσεις και ευκαιρίες, αλλά και τις καινούργιες απειλές.

Μόνο έτσι θα μας τιμά διαρκώς η Λευτεριά. Και μόνο έτσι θα την τιμούμε.

Last modified: 24 Οκτωβρίου, 2021

Comments are closed.