Δήμαρχος Ιωαννίνων - Μωυσής Ελισάφ

Ομιλία Δημάρχου στην εκδήλωση μνήμης για το ολοκαύτωμα των Λιγκιάδων

3 Οκτωβρίου, 2021

Λυγκιάδες

Και πάλι, όπως και κάθε χρόνο, είμαστε όλοι εδώ.

Να τιμήσουμε πριν απ΄ όλα.

Να τιμήσουμε, αλλά  και να θυμηθούμε οι παλαιότεροι και να θυμίσουμε στους νεότερους την αποτρόπαια εκείνη μέρα  της 3ης Οκτωβρίου του 1943, όταν κάποιοι Λαντς Χούμπε, Μάγιερ,  Φον Στέττνερ Βάλτερ,  Μπάουερ Κάρλ  κ.λπ,, φερμένοι από την άβυσσο με τη ρομφαία της δύναμης και της φρίκης, ήρθαν και  έκοψαν το νήμα της ζωής 40 παιδιών και έκαψαν και έσφαξαν και κακοποίησαν, χωρίς σχεδόν να δώσουν αναφορά ποτέ και πουθενά.

Να θυμηθούμε, αλλά και να θυμίσουμε, ότι την 3η Οκτωβρίου του 1943 συντελέστηκε η ερήμωση ενός χωριού, των Λυγκιάδων, αλλά  την ίδια μέρα συντελέστηκε και το όνειδος ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού.

Ναι, οφείλουμε σήμερα να θυμηθούμε και να θυμίσουμε.

Δεν θα περιοριστώ όμως σ΄ αυτά. Η συνεχής επανάληψή τους είναι χρέος μας. Βοηθά στην αντιμετώπιση της καταστροφικής επέλασης της λησμοσύνης. Συντελεί όμως και στην τυποποίηση, η οποία, αναγκασμένη να εστιάζει την προσοχή στα γεγονότα, παρακάμπτει ή αποσιωπά τις καταγωγικές ρίζες των γεγονότων. Και, ίσως, το ακόμη χειρότερο: Δεν φωτίζει και τις ενδεχόμενες συνέπειες αυτού του ανοσιουργήματος, συνέπειες που δεν αφορούν μόνον στην επόμενη γενιά, αλλά και στις επόμενες

Δεν θα περιοριστώ συνεπώς μόνον σ΄ αυτά. Θα επιχειρήσω να αναζητήσω τη ρίζα του κακού  που έφτασε ως τις Λυγκιάδες, αλλά και τις παραφυάδες του που ενδεχομένως εξακολουθούν  να υπάρχουν και να επανέλθουν απειλητικά στο  όχι και μακρινό μέλλον.

Η μοίρα των Λυγκιάδων και μαζί σχεδόν ολόκληρου του πλανήτη δεν γράφτηκε την 3η Οκτωβρίου του 1943. Γράφτηκε τουλάχιστον 20 χρόνια γρηγορότερα. Και γράφτηκε με τη συνυπογραφή και τη συνυπευθυνότητα  εκατομμυρίων πολιτών.  Γράφτηκε ίσως μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι νικητές απαίτησαν από την ηττημένη Γερμανία   εξουθενωτικές επανορθώσεις. Επανορθώσεις που ώθησαν τον γνωστό οικονομολόγο Μέϊναρτ Κέινς να παραιτηθεί από την Επιτροπή δηλώνοντας ότι η συνθήκη των Βερσαλλιών ήταν «μεροληπτική και ανήθικη»  και τον αφρικανό ηγέτη Γιάν Σματς που μετείχε στην Επιτροπή να δηλώνει: «Η Συνθήκη Ειρήνης τελικά θα οδηγήσει σε μια επανάσταση ή σε έναν νέο πόλεμο»

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήρθε πράγματι 20 χρόνια αργότερα.

Στο μεταξύ τις επανορθώσεις τις ανέλαβε η καχεκτική δημοκρατία της Βαϊμάρης, κατά τη διάρκεια της οποίας, οι Γερμανοί είδαν την αξία του νομίσματός τους να φτάνει ως το εκατομμύριο, το δις και το τρις και τελικά να μηδενίζεται.

Σε μια παρόμοια κατάσταση είναι που οι πολίτες απεκδύονται τις ατομικές τους ευθύνες και εξωθούνται στο να ψάχνουν για έναν Μεσσία. Που όμως δεν υπάρχει, παρά ως φαντασίωση. Την ίδια ώρα στην πολιτική σκηνή εγκαθιδρύεται ένα είδος πολιτικού μεσσιανισμού. Τότε ήταν που οι Γερμανοί έμαθαν να περιμένουν τα πάντα από την πολιτική.

Και κάπως έτσι η παράνοια του πληθωρισμού έφερε στην επιφάνεια την παράνοια του Γ΄Ράϊχ.

Και  ήρθε ο νέος «Μεσσίας»,  ο Χίτλερ.

Κατά τον Winston Churchill, αυτή την ήττα αξιοποιώντας ο παρανοϊκός δικτάτορας Χίτλερ κάλεσε «από τα βάθη της ήττας τις σκοτεινές και ανελέητες Ερινύες που ήταν κρυμμένες στις ψυχές των ανθρώπων του πιο πολυάριθμου, χρήσιμου, αμείλικτου, αντιφατικού και εξαθλιωμένου ευρωπαϊκού λαού. Είχε επινοήσει το τρομακτικό είδωλο ενός αδηφάγου Μολώχ και τον ενσάρκωνε ως Ιερέας του».

Ποιο ήταν το όραμα του Xίτλερ που οι πολίτες υιοθέτησαν με την ψήφο τους; Ο παρανοϊκός δικτάτορας υποσχέθηκε στους πολίτες τα  πάντα. Αλλά μόνον στους Γερμανούς. Κάθε άλλος, αλλοεθνής, αλλόθρησκος ανίκανος για εργασία ή και άλλα κοινωνικά παράσιτα έπρεπε να εκλείψουν. Το κράτος παντοδύναμο είναι εκεί να προστατέψει μόνον τους ομοαίματους του γερμανικού έθνους. Το κράτος, κατά τη ναζιστική θεώρηση, ως τεχνητό κατασκεύασμα δεν μπορεί να επιβάλλει την ισχύ του νόμου που μπορεί να υπερασπίζεται το δίκαιο των ανίκανων, των αδύναμων, των μειοψηφιών να επικρατεί επί των ικανών Αρείων. Πρόκειται σύμφωνα με τους ναζί για μια διοικητική  αρρώστια που εμποδίζει τη φυσική ροή του καθαρού φυλετικού αίματος.

Κάτι τέτοιο η φύση δεν το επιτρέπει. Με τη χαλάρωση της μέγγενης του κράτους, υποστήριζαν,  προστατεύεται η ηγεμονία της φυσικής επιλογής. Άλλωστε, όταν εξαλειφθούν οι παρείσακτοι (οι Εβραίοι και οι άλλοι παραβατικοί), η παραβατικότητα πλέον μηδενίζεται. Αν  σ΄αυτό προστεθεί και η ανάγκη διεύρυνσης του ζωτικού χώρου, ώστε να συμπεριληφθούν και άλλοι ομαίματοι, κυρίως όμως ενεργειακά αποθέματα, τότε ο επίγειος παράδεισος θα ανοίξει τις  πύλες του, αλλά για τους Γερμανούς μόνο.

Το κράτος, συνεπώς, πρέπει να αλλάξει τρόπο λειτουργίας: Δεν χρειάζεται να διοικεί. Μόνον να καθοδηγεί.  Το κράτος και κυρίως ο μόνος υπεύθυνος της κορυφής, δηλαδή ο Φύρερ θέτει μόνον τους σκοπούς. Η εκτέλεση ανήκει στους «μικρούς τροχούς» της ιστορίας. Δηλαδή σε όποιους Λαντς Χούμπε, Μάγιερ,  Φον Στέττνερ Βάλτερ,  Μπάουερ Κάρλ  κ.λπ.

Και οι Γερμανοί πολίτες, αγνοώντας κάθε ηθικό κανόνα, κάθε έννοια του δικαίου και κάθε ανθρωπιά, το υιοθέτησαν. Και στις τελευταίες εκλογές που έγιναν στη Γερμανία τις 5 Μαρτίου το 1933 ο Χίτλερ έλαβε ποσοστό 43,9 %. Και ανακηρύσσεται απόλυτος δικτάτωρ. Η πόρτα της αβύσσου τη μέρα αυτή είχε ανοίξει. Οι δαίμονες ήταν ήδη στη σκηνή και η πορεία προς την παγκόσμια καταστροφή  άρχιζε τον ίδιο μήνα. Πώς έγινε και η δημοκρατία, ύστερα από την ταραχώδη 10/ετία του 20 έφτασε να παραδώσει τον εαυτό της στον σφαγιαστή της;

Το βέβαιο είναι πως έγινε.  Και στη συνέχεια καθιερώθηκε η αρχή: Το κράτος, δηλαδή ο ένας θέτει το σκοπό, οι μικροί τροχοί της ιστορίας αναλαμβάνουν την εκτέλεση. Με μία και μοναδική δέσμευση: την επίτευξη του σκοπού: Με οποιαδήποτε μέσα: καίγοντας, σφάζοντας, λόγο δεν δίνουν πουθενά. Αρκεί ο στόχος να επιτευχθεί.

Τη μοιραία εκείνη μέρα του ΄43,  εκτός από τους «μεγάλους πρωταγωνιστές» και υπεύθυνους, που άλλωστε δεν ήταν και παρόντες,  υπήρχαν και «οι μικροί τροχοί» «της  μηχανής του θανάτου»  και που, υποτίθεται, ήταν και ανεύθυνοι. Ήταν εκεί, καλοντυμένοι και σιδερόφρακτοι. «Αθώοι» και «ανυποψίαστοι». Ο επιλοχίας που σχεδίαζε, ο λοχίας που πρόσταζε, ο δεκανέας που διαμεσολαβούσε. Λλλά και η πληθώρα των στρατιωτών Ήταν όλοι τους  εκεί. Οι «μικροί τροχοί» που «υπηρετούσαν»  με συνέπεια τη μηχανή του θανάτου. Που  εκτελούσαν  «ευσυνείδητα» το «καθήκον» τους. Και βιάζονταν ανυποψίαστοι να το τελειώσουν. Ήταν εκεί όλοι. Βολεμένοι στους εαυτούς τους.

Κι όμως,  πριν πέντε ή και περισσότερα χρόνια, ήταν κάποιοι ά λ λ ο ι : Ο ένας κουρέας από το Μόναχο, άλλος λογιστής, από τη Βρέμη, ο τρίτος  φοιτητής φιλοσοφίας του …δικαίου (:) στο Βερολίνο κ.λπ. κ.λπ. Και τότε ποτέ δεν είχαν σκεφτεί να αλλάξουν επάγγελμα. Και προπάντων να γίνουν φονιάδες. Άλλωστε ποτέ δεν είχαν γνωρίσει τα τωρινά θύματά τους. Κι ούτε ποτέ είχαν λογαριασμούς μαζί τους. Και με κανέναν.

Τι άλλαξε στο μεταξύ και άλλαξαν τόσο. Κι έγιναν οι  μαριονέττες του θανάτου. Και το δέχονται. Κι ας βλέπουν τώρα, μπροστά στα μάτια τους, πως το «έργο» τους έρχεται κατ επιταγή, κατ ευθείαν από τον πυρήνα της Κόλασης. Το «εκτελούν» όμως με γυάλινα και αδιάφορα μάτια. Σαν να περιποιείται τον πρωϊνό του πελάτη ο χτεσινός κουρέας. Σαν να συμπληρώνει αλάνθαστα τα νουμερά του ο λογιστής. Κι ο φοιτητής της φιλοσοφίας του δικαίου την πραγματεία του. Δηλαδή καθημερινά πράγματα. Για τα οποία  δεν θα τους γράψει η Ιστορία. Κι ούτε το θέλουν. Άλλωστε, αργότερα και πολύ  όψιμα, θα ξαναγυρίσουν, θα αλλάξουν πάλι. Και όταν, πολλοί από αυτούς θα ρωτηθούν για το ειδεχθές καθήκον  τους και τότε θα απαντήσουν με «ήσυχη» πάλι τη συνείδησή τους: «δεν είδα τίποτε», «δεν άκουσα τίποτε»,  «δεν έκανα τίποτε» Απλώς το «καθήκον». «Μόνον αυτό ….θυμούμαι». Και μεγάλο μέρος της επίσημης Ιστορίας θα μείνει ικανοποιημένο και θα γυρίσει σελίδα.

Τι συνέβη και οι απλοί αυτοί «άνθρωποι», «οι μικροί τροχοί της μηχανής του θανάτου» έγιναν τέρατα. Και εξαφάνισαν μέσα σε μια μέρα, κάθε ίχνος, έστω και δισταγμού ακόμη, που θα υποδήλωνε ότι κάποτε ήταν και αυτοί άνθρωποι.  Τι συνέβη και οι Λυγκιάδες παραδόθηκαν στη φωτιά και το τσεκούρι σε μια μέρα. Που ακριβώς θα εντοπίσουμε την καταγωγική ρίζα αυτού του αποτρόπαιου μετασχηματισμού;

Στην ώρα προφανώς που οι Γερμανοί πολίτες υιοθέτησαν το ανήκουστο και ανεύθυνο: Να πράττουν ελεύθερα το προαποφασισμένο. Ή, όπως περιεκτικά το διατύπωσε πρόσφατα ο Johann Chapoutot  με το βιβλίο του «Ελεύθερος να υπακούς: Το μάνατζμεντ από το ναζισμό μέχρι σήμερα».

Η «λογική» του κοινωνικού δαρβινισμού εμπλουτισμένη με στοιχεία ευγονισμού και ρατσισμού οδήγησε την αποτρόπαια  και απολιθωμένη σκέψη του παρανοϊκού δικτάτορα σ΄έναν κανόνα και εκείθεν στο δόγμα που οδήγησε στο θάνατο της σκέψης.

Εκεί παίχτηκε και η μοίρα των Λυγκιάδων. Αλλά και του κόσμου όλου.

Θα ήθελα να τελειώσω με μια υπέρβαση την οποία σημειώνει ο Johann Chapoutot. Το μάνατζμεντ ως εργαλείο διαχείρισης της γνώμης των μαζών, που με επιτυχία αξιοποίησε τότε ο παρανοϊκός δικτάτωρ, εξακολουθεί και σήμερα να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους οικονομικά ισχυρούς: Βοηθάει την εκάστοτε εξουσία να εξαγοράζει τη συναίνεση με το να ευχαριστεί τον πολίτη με τα αρεστά και όχι τα άριστα. Και θα είναι πάντα αποτελεσματικό όπλο στη διαχείριση των μαζών, όσο ο άνθρωπος δεν θα υιοθετεί την υποθήκη του Πλάτωνα που έλεγε

«Μηδενί άλλω πείθεσθαι ή τω λόγω»

Με βάση την αρχή αυτή το χρέος του νέου αιώνα που ήδη διανύουμε είναι να αντιστρέψουμε τη σειρά και αντί τα μέσα να υπηρετούν ανεύθυνα τους στόχους να προτάξουμε τους στόχους που θα καλούνται να υπηρετούν τα μέσα της επιστήμης, της τεχνογνωσίας, της τεχνολογίας, αλλά και της δύναμης.  Στόχους που συμφιλιώνουν την ομοιότητα με τη διαφορά, το ατομικό καλό με το συλλογικό καλό και εν τέλει το αληθινό με το καλό.

Και αυτό είναι το διαρκές χρέος όλων μας . Ώστε να μη ξαναζήσουμε για μια ακόμη φορά Λυγκιάδες.

Last modified: 3 Οκτωβρίου, 2021

Comments are closed.