Δήμαρχος Ιωαννίνων - Μωυσής Ελισάφ

Άρθρο του Μωυσή Ελισάφ στην εφημερίδα «Τα Νέα»

Απρίλιος 17, 2021

Λαϊκισμός και δημοκρατία

 

«Τη σημερινή εποχή οι επαναστάσεις δεν εκδηλώνονται με την κατάληψη των σιδηροδρομικών σταθμών και των ταχυδρομείων, αλλά με την κατάληψη των εννοιών των λέξεων».

Κ. Μπίντεχοφ, γερμανός πολιτικός

Η κατακλυσμιαία οικονομική κρίση του 2008 έφερε τα πάνω κάτω. Η ως τότε παραδοχή ότι όλα τα λύνει η λεγόμενη ελεύθερη αγορά ηττήθηκε. Το ίδιο είχε ήδη ηττηθεί και η απέναντι παραδοχή ότι όλα τα λύνει το κράτος. Εν τω μεταξύ και ενώ η παγκοσμιοποίηση διευρύνονταν ανεξέλεγκτα, ένα νέο πρόταγμα που θα έδινε προοπτική και ελπίδα στις δημοκρατίες έλειπε. Η παραδοχή ότι η κάθε επόμενη γενεά θα περνάει καλύτερα από την προηγούμενη διαρκώς διαψεύδονταν.

Ηρθε, όμως, και η υγειονομική κρίση που επιδείνωσε τα πράγματα ακόμη περισσότερο. Και φτάσαμε σε μια πρωτόγνωρη πολυεπίπεδη κρίση, που όμοιά της δεν υπήρξε στο παρελθόν. Eξαιτίας της δεν είμαστε απλώς ανήσυχοι και ανασφαλείς. Είμαστε οργισμένοι. Δεν χάσαμε μόνον τις ελπίδες μας για ένα καλύτερο μέλλον. Χάνουμε καθημερινά και τις ελάχιστες βεβαιότητες για ένα υποφερτό έστω παρόν. Ολα είναι αβέβαια. Δεν μπορούμε πια να σχεδιάσουμε το μέλλον. Δεν μπορούμε να ονειρευτούμε. Και αυτό δεν το μπορούν κυρίως οι νέοι μας. Και πολύ περισσότερο οι άνεργοι. Είναι σαν να τους κλέψανε το μέλλον. Σαν να έχουν γεράσει πριν από την ώρα τους. Η άβυσσος γύρω μας και γεφύρι πουθενά.

Στο έδαφος αυτής της διευρυμένης απελπισίας και αγανάκτησης αμφισβητείται βίαια το ισχύον σύστημα και εισέρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένης αστάθειας. Οι πολιτικές ταυτότητες καλούνται να επαναπροσδιοριστούν. Η ασκούμενη πολιτική βρίσκεται ήδη μπροστά σ΄ ένα σκληρό δίλημμα: Ή σέβεται τη διαρκώς μεταλλασσόμενη πραγματικότητα και επιχειρεί κοιτάζοντάς την κατάματα να τη διαχειριστεί ή σκόπιμα τη μεταλλάσσει προκειμένου να την καταστήσει εργαλείο πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Στο κλίμα αυτό της συστημικής αστάθειας διαμορφώνεται η έννοια του λαϊκισμού, η οποία, κατά τους Cas Mudde και C.R. Kaltwasser, ορίστηκε «ως μια αβαθή ιδεολογία που θεωρεί την κοινωνία ουσιαστικά χωρισμένη σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα τον «αγνό λαό» έναντι της διεφθαρμένης ελίτ» (1). Στο κλίμα, όμως, αυτής της «αβαθούς ιδεολογίας» ανακύπτει και το αίτημα της αναζήτησης κάποιου σωτήρα. Ο οποίος συνήθως εμφανίζεται και, κατά τους ίδιους, «επιδιώκει να κυβερνήσει βασιζόμενος στην άμεση και αδιαμεσολάβητη υποστήριξη των οπαδών του» (2). Και, εννοείται, των αγανακτισμένων και περισσότερων. Σχεδόν τα μοναδικά εφόδια των αυτόκλητων σωτήρων είναι η βιαιότητα, η τόνωση της διχοτόμου (αγνός λαός vs διεφθαρμένη ελίτ), η ευχέρεια λόγου με την οποία αξιοποιεί την αληθοφάνεια αντί της αλήθειας, καθώς και την ιδεοληψία αντί της ιδεολογίας. Διεκδικεί να εκπροσωπήσει τον «ξεχασμένο» λαό. Ολους, δηλαδή, όσους αισθάνονται ότι είναι αδικημένοι από το σύστημα.

Στο πλαίσιο μάλιστα της διάχυτης ανασφάλειας που βιώνουμε οι αυτόκλητοι «σωτήρες» είναι σχεδόν παντού. Και έρχονται τόσο από τα δεξιά του πολιτικού φάσματος, όσο και από τα αριστερά. Ολοι όμως έχουν έναν κοινό παρονομαστή: Τάσσονται υπέρ μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας την οποία συνήθως αντιτάσσουν στη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Ο λαϊκιστής ηγέτης διευρύνει το ακροατήριό του εκπέμποντας δύναμη, τόλμη και αποφασιστικότητα. Δαιμονοποιεί τους απέναντι, πολλαπλασιάζει την οργή και διχάζει βαθιά την κοινωνία συνήθως στο σχήμα από εδώ η δύναμη από εκεί η αδυναμία. Και αφού στη συνέχεια εντοπίσει και τον «κακό» του συστήματος και άρα τον «υπεύθυνο» της απελπισίας των αγανακτισμένων, που πάντα είναι οι πλούσιοι και ισχυροί, στήνει το επικερδές για τον ίδιο δίλημμα «από εδώ οι καλοί και δυνατοί», από «εκεί οι κακοί και αναποτελεσματικοί» και απευθύνεται στους «από εδώ», σαν ένας όμοιός τους.

Η διάρκεια του λαϊκισμού καθορίζεται από το πόση οργή έχει συσσωρευτεί στο πολιτικό υποκείμενο σε συνδυασμό με την ικανότητα του ηγέτη λαϊκιστή να συντηρεί με διχαστικούς λόγους αυτή την οργή.

Ασφαλώς όμως μέγα μέρος της ευθύνης πιστώνεται στη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας: Πράγματι, όταν τα κόμματα απεμπολούν το βασικό χρέος που επιτάσσει η δημοκρατία, ήτοι, να εκφράσουν ως αντιπρόσωποι πλέον τα συμφέροντα των αντίστοιχων κοινωνικών ομάδων, τότε βαθμιαία χάνουν την επαφή τους με εκείνους που τους ψήφισαν. Ταυτόχρονα αντικαθιστούν τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο με εκείνο του αυτοτελώς αποφασίζοντα, επιφέροντας, έτσι πλήγματα ανεπανόρθωτα στη δημοκρατία. Από την άλλη πλευρά, οι αντίστοιχες και ανεκπροσώπευτες πλέον κοινωνικές ομάδες οδηγούνται σε πολιτική ασφυξία.

Τέλος, η ευθύνη για το είδος αυτό των εκτροπών δεν ανήκει μόνον στους αυτόκλητους σωτήρες – λαϊκιστές. Ανήκει και στους λαούς. Μέρος των οποίων, τουλάχιστον, προωθούν τον «απόλυτο έλεγχο» στον νέο «σωτήρα» και προετοιμάζουν έτσι τον αυθέντη τους, αφήνουν δε για τους εαυτούς τους τον ρόλο του κατευθυνόμενου. Εκείνον, δηλαδή, του οπαδού και όχι εκείνον του σκεπτόμενου πολίτη, όπως απαιτεί η δημοκρατία.

Η Ιστορία όμως διδάσκει πως καμιά κρίση δεν είναι μόνον το τέλος μιας εποχής: Μπορεί να γίνει και η αρχή μιας άλλης. Καμιά κρίση δεν είναι η παρακμή μιας περιόδου. Μπορεί να γίνει και η ακμή μιας καινούργιας. Δεν είναι μόνο η φθορά αυτού που φεύγει. Μπορεί να γίνει και η προσφορά σε αυτό που έρχεται. Αυτή είναι η πρόκληση των καιρών μας. Και σ΄ αυτή την πρόκληση, είναι η ώρα να απαντήσουμε: Και, πρώτον, να οικοδομήσουμε, μια νέα συλλογικότητα, ένα νέο δίκτυο εμπιστοσύνης που θα συμπεριλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως, δεύτερον, να διαμορφώσουμε νέους θεσμούς λειτουργίας και προστασίας της δημοκρατίας και τρίτο να αναδείξουμε τη σημασία και την έννοια του λεγόμενου γενικού καλού.

Τώρα, μετά την καταστροφική επέλαση και του Covid-19, είναι η ώρα να αντιμετωπίσουμε άμεσα το πρόβλημα στη ρίζα του κακού. Και πρώτα απ’ όλα, τώρα είναι η ώρα να δούμε πως ο παλαιός τρόπος σκέψης ήταν μια από τις αιτίες που δημιούργησε τα προβλήματα. Και άρα μέσα στον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να βρεθεί η λύση τους. Συνεπώς το κατεπείγον σήμερα δεν είναι το να ψάξουμε για έναν ακόμη σωτήρα. Που άλλωστε δεν υπάρχει. Το κατεπείγον είναι να αλλάξουμε τρόπο σκέψης. Και ως πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι το να φύγουμε από τη σκιά του εμφυλίου πολέμου. Από το «εμείς ή αυτοί». Και σταδιακά, αλλά σίγουρα να αναζητήσουμε «πέρασμα» στο τόξο των πέτρινων γεφυριών της Ηπείρου, τα οποία στηρίζουν την πολύχρονη ύπαρξή τους στις σφηνωτές πέτρες που σχηματίζουν το τόξο τους και που συνεργαζόμενες στέλνουν τις πιέσεις στις δύο άκρες.

Τώρα είναι η ώρα που πρέπει να κοιταχτούμε στα μάτια όλοι μαζί. Και εκπρόσωποι και πολίτες να αναλάβουμε τις πρωτοβουλίες εκείνες που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας νέας συλλογικότητας. Ενός «νέου» διευρυμένου εμείς στο οποίο θα χωρούν όλοι. Οι περισσότεροι τουλάχιστον, ώστε να φτιάξουμε «υγιείς» πλειοψηφίες. Συνέπεια ενός νέου διευρυμένου «εμείς» μέσα στο οποίο δεν θα περιέχονται μόνον δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις. Οι δημοκρατίες μόνον αν στηρίζονται σε ενεργούς πολίτες που βρίσκονται πάντα σε διαρκή εγρήγορση επιβιώνουν και προσεγγίζουν τον πυρήνα του εαυτού τους. Σε κάθε διαφορετική περίπτωση μεταλλάσσονται σε ψευδεπίγραφο προκάλυμμα δημοκρατίας των δεσποτών.

1 Cas Mudde C.R. Kaltwasser, Λαϊκισμός, μτφρ. Ε. Κοτσυφού, εκδ. Επίκεντρο 2017, σ. 21

2 Cas Mudde, C.R. Kaltwasser, Λαϊκισμός, μτφρ. Ε. Κοτσυφού, εκδ. Επίκεντρο 2017, σ. 19

 

Last modified: Απρίλιος 17, 2021

Comments are closed.