Δήμαρχος Ιωαννίνων - Μωυσής Ελισάφ

Άρθρο του Δημάρχου Ιωαννίνων Μωυσή Ελισάφ στα «Νέα» για την απλή αναλογική

8 Φεβρουαρίου, 2021

Απλή αναλογική και δημοκρατία

«(Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία) οι εντολές, δεν δίνονται στο όνομα μιας προσωπικής αυθεντίας, αλλά στο όνομα απρόσωπων κανόνων».

Μαξ Βέμπερ

Το πρόβλημα της λειτουργίας της δημοκρατίας το συνόψισε πριν από δύο και πλέον αιώνες, ένας από τους συντάκτες του πρώτου Συντάγματος των ΗΠΑ το 1778, ο Τζέιμς Μάντισον, όταν έγραφε: «Η μεγάλη δυσκολία (της δημοκρατίας) έγκειται στο εξής: αρχικά πρέπει να επιτρέψουμε στην κυβέρνηση να ελέγχει τους κυβερνώμενους και μετά να την υποχρεώσουμε να αυτοελεγχθεί». Αν μάλιστα, διευρύνουμε το δίπολο κυβέρνηση και κυβερνώμενοι και πούμε ισχυροί και ανίσχυροι, εξουσιάζοντες και εξουσιαζόμενοι, ελίτ και ξεχασμένοι, ουσιαστικά μιλάμε για την ίδια σχεδόν σύγκρουση. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, του λοιπού Α.Δ., και στον βαθμό που στο δίπολο αυτό επιτυγχάνεται ισορροπία διαμέσου αποδεκτών κανόνων συνύπαρξης, έχουμε κοινωνική ηρεμία. Αν διαταραχθεί η ισορροπία υπέρ της εξουσίας έχουμε εκτροπή προς τον δεσποτισμό. Αν πάλι διαταραχθεί υπέρ των εξουσιαζόμενων, έχουμε εκτροπή προς την αναρχία. Αρα, πράγματι η κύρια δυσκολία ιδιαίτερα της Α.Δ. εξακολουθεί να είναι αυτή που είχε επισημάνει ο Τζέιμς Μάντισον. Πώς, δηλαδή, θα αυτοελεγχθεί η πολιτική εξουσία ώστε οι αποφάσεις της να είναι σύμφωνες με τα υπεσχημένα, συμβατές με την πραγματικότητα και το αίσθημα του δικαίου.

Την ισορροπία ανάμεσα στο ίδιο σχεδόν πάντα δίπολο επιχείρησαν να επιτύχουν οι αρχαίοι Ελληνες με την καθιέρωση της λεγόμενης άμεσης ή αδιαμεσολάβητης δημοκρατίας. Πέραν του γεγονότος ότι άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να συζητηθεί στις σημερινές πολυπληθείς κοινωνίες, οι αριθμοί, που, κατ’ εκτίμηση έστω, μας έρχονται και από την αρχαία Αθήνα δεν επιβεβαιώνουν την αισιόδοξη αυτή άποψη. Αρκεί για τούτο να θυμηθούμε ότι ο δήμος των Αθηναίων απέκλειε τις γυναίκες, τους δούλους, τους μέτοικους, τους πολίτες που δεν ήταν και οι δύο γονείς Αθηναίοι, με αποτέλεσμα σε έναν δήμο με πληθυσμό από 215.000-300.000 κατέληγαν να συγκροτούν δήμο 30 έως 45 χιλιάδες άρρενες. Αλλά επιπλέον και η Πνύκα ως συνελευσιακός χώρος όπου παίρνονταν οι κοινές αποφάσεις, μπορούσε να δεχτεί μόνον έως 6.000 άτομα. Και τέλος, εκείνοι που έπαιρναν μέρος στη συνέλευση των παρόντων ήταν πολύ λιγότεροι. Βέβαια, όλα τα παραπάνω σχετικοποιούν την έννοια της άμεσης δημοκρατίας, δεν μειώνουν όμως καθόλου το μέγα επίτευγμα της αρχαίας Ελλάδας.

Χρειάστηκε να περάσουν πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια για να ξαναέλθει στο προσκήνιο η ιδέα της δημοκρατίας. Αλλά αυτή τη φορά, όχι αδιαμεσολάβητη, αλλά ως αντιπροσωπευτική πλέον δημοκρατία. Παρά την αναγκαστική εμφάνιση μεταξύ του δήμου και της εξουσίας του ενδιάμεσου σώματος των αιρετών, παρέμεινε, θεωρητικά τουλάχιστον, η απαίτηση οι αιρετοί άρχοντες να θεωρούνται ως εκφραστές των απόψεων των εκλογέων τους. Η απαίτηση όμως και στη νέα μορφή δημοκρατίας να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ισχύ της εξουσίας και την ικανότητα της κοινωνίας να την ελέγχει παρέμεινε ισχυρή. Με το σκεπτικό ότι μόνον σ’ αυτή την ισορροπία η εξουσία δεν στέκεται πάνω από τον πολίτη, αλλά δίπλα του. Και μόνον σ’ αυτή την ισορροπία αποφεύγονται συγκρούσεις, παρέχονται δημόσιες υπηρεσίες, δημιουργούνται οικονομικές ευκαιρίες και εν τέλει ανθεί η ελευθερία. Σε κάθε διαφορετική περίπτωση, όταν, δηλαδή, ανατρέπεται η ισορροπία ισχύος υπέρ της πολιτικής εξουσίας έχουμε την εμφάνιση του δεσποτισμού, ενώ, αντίθετα, όταν η πλάστιγγα γέρνει υπέρ των μη κρατικόμορφων οντοτήτων, η κοινωνική ιεραρχία υπονομεύεται και έχουμε την εμφάνιση της αναρχίας. Σε κάθε περίπτωση η δημοκρατία είναι η χαμένη.

Για να προστατευτεί η δημοκρατία από τους κινδύνους αυτούς καθιερώθηκε η αρχή της πλειοψηφίας. Η οποία μας ήρθε και πάλι από την αρχαία Ελλάδα. Και, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης, ήρθε ως το ελάχιστο αναγκαστικό ανάχωμα προκειμένου να εξισορροπήσει την ισχύ μεταξύ των ισχυρών και των ανίσχυρων και να δώσει μια μικρή διέξοδο στη δυσκολία των συναινέσεων. Εγραφε ο Αριστοτέλης:

«Επειδή το δημοκρατικό δίκαιο εκφράζει την αριθμητική ισότητα κι όχι την αξιοκρατική /αναλογική, κι εφόσον αυτή είναι η αποδεκτή αρχή της δικαιοσύνης, αναγκαστικά προκύπτει να είναι το πλήθος η κυρίαρχη δύναμη του πολιτεύματος και οι αποφάσεις της πλειοψηφίας να είναι και ο σκοπός και το δίκαιο».

Είναι προφανές ότι κατά τον Αριστοτέλη η αρχή της πλειοψηφίας ήρθε ως αναγκαιότητα. Ομως εφόσον εκφράζει τους πολλούς και είναι αποδεκτή από όλους, α ν α γ κ α σ τ ι κ ά, εκφράζει και τη νομιμότητα και τη δικαιοσύνη «ό,τι αν δόξη τοις πλείουσι, τουτ, τ’ είναι τέλος και τουτ’ είναι και το δίκαιον».

Κατ’ αρχάς να επισημάνουμε ότι τόσο η διερεύνηση της πραγματικότητας όσο και η αρχή της δικαιοσύνης δεν προσεγγίζονται με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. Η οποία, άλλωστε, κατά τον Αριστοτέλη, «αναγκαστικά προκύπτει να είναι το πλήθος η κυρίαρχη δύναμη του πολιτεύματος». Ωστόσο, έστω και αναγκαστικά, με βάση την αρχή της πλειοψηφίας η απλή αναλογική ορθώς θεωρείται ότι εκφράζει σε μεγαλύτερο βαθμό τις απόψεις των πολλών και αριθμητικά τη βούληση των περισσοτέρων. Με τη διευκρίνιση ότι ως πλειοψηφία εκλαμβάνεται πάντα η πλειοψηφία του συνόλου των πολιτών ή, προκειμένου για έναν δήμο, των δημοτών.

Και φτάνουμε, κατά την άποψή μου, στην αχίλλειο πτέρνα της δημοκρατίας. Εκείνη που, κατά τον Jacques Julliard, με σαφήνεια μας έδειξε η Γαλλική Επανάσταση, ότι η εξουσία μπορεί να εκχωρηθεί όχι όμως και να διαιρεθεί. Τούτο σημαίνει ότι η εξουσία «μπορεί να εκπροσωπηθεί», αλλά «τότε η εκπροσώπευση αυτή πρέπει να είναι ενιαία». «Εξού», κατά τον ίδιο, «και τα τρία μοντέλα που απορρέουν από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: το “λαϊκό” μοντέλο, όπου η κυριαρχία ουσιαστικά δεν εκχωρείται, το κοινοβουλευτικό μοντέλο, όπου το μονοπώλιο της εκπροσώπησης ανήκει σε μια εκλεγμένη συνέλευση και το μοναρχικό ή προεδρικό μοντέλο όπου η λαϊκή κυριαρχία εκχωρείται».

Ακριβώς η αρχή αυτή δεν ίσχυσε με τον ισχύσαντα περί τοπικής αυτοδιοίκησης εκλογικό νόμο με τον οποίο η αρχή της πλειοψηφίας διχάστηκε και θεσμικά. Η λαϊκή κυριαρχία με τον νόμο των δύο εκλογικών γύρων, διαιρέθηκε: Στον μεν πρώτο γύρο εξελέγησαν οι αντιπρόσωποι, στον δε δεύτερο ο υ π ε ύ θ υ ν ο ς και υ π ό λ ο γ ο ς της διαχείρισης των κοινών, δηλαδή ο δήμαρχος. Ουσιαστικά η λαϊκή βούληση διχοτομήθηκε. Και έδωσε τούτο το τραγελαφικό για τη λειτουργία της δημοκρατίας: Αλλη πλειοψηφία σε επίπεδο αντιπροσώπων και άλλη στον υπεύθυνο και υπόλογο δήμαρχο. Ο οποίος στη συνέχεια κλήθηκε κατ’ εντολή των δημοτών, να εφαρμόσει τα υπεσχημένα και να λογοδοτήσει γι’ αυτά, χωρίς όμως την αναγκαία πλειοψηφία σε επίπεδο αιρετών. Και βρέθηκε στο εξής αντιδημοκρατικό και παράδοξο: Ή να αναζητήσει συγκλίσεις για τον μαγικό αριθμό με στόχο να εφαρμόσει τα υπεσχημένα, ή εφαρμόζει τα υπεσχημένα της αντιπολίτευσης για τα οποία δεν λογοδοτεί η ίδια, αλλά λογοδοτεί ο «ανίσχυρος» πλέον υπεύθυνος για ό,τι δεσμεύτηκαν εκείνοι.

Είναι προφανές πως θεσμικά πλέον η εξουσία διχοτομήθηκε και καθώς έδωσε τη δυνατότητα στον σχηματισμό κατασκευασμένων εκ των υστέρων πλειοψηφιών, ταυτόχρονα, έστω εν δυνάμει, άνοιξε την πόρτα στον πειρασμό η αρχή της πλειοψηφίας σε επίπεδο αιρετών να στραφεί στην αρχή της πλειοψηφίας στο επίπεδο των δημοτών. Δηλαδή, τραγέλαφος με υψηλό εκθέτη και η δημοκρατία στα κάγκελα.

Η δημοκρατία λοιπόν πιστώνεται με δυο υποχρεώσεις που δεν είναι εξαρτημένες από την αρχή της πλειοψηφίας και που χωρίς την εφαρμογή τους αυτοαναιρείται η ίδια: Η πρώτη, δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία, αν δεν υπάρχει βασική συμφωνία πάνω σ’ ένα μίνιμουμ κανόνων και η δεύτερη, η δημοκρατία, ακόμη και εν μέσω ενός ωκεανού δυσχερειών, θα πρέπει να διασφαλίζει την κυβερνησιμότητα. Οι δυο αυτές δεσμεύσεις κύριο στόχο έχουν να προλαμβάνουν τον έλεγχο των συγκρούσεων και της βίας, καθώς και την κατάλυση των κανόνων της συνύπαρξης και βεβαίως και τον δεσποτισμό της πολιτικής εξουσίας. Και για τον λόγο αυτό, αντί της απλής αναλογικής αναγκαστικά, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, στη νεότερη Ελλάδα υιοθετείται η λεγόμενη ενισχυμένη αναλογική.

Οι δημοκρατίες μόνον αν στηρίζονται τόσο σε ισχυρούς κανόνες λειτουργίας, αλλά και σε ενεργούς πολίτες, που βρίσκονται πάντα σε διαρκή εγρήγορση, επιβιώνουν και προσεγγίζουν τον πυρήνα του εαυτού τους. Σε κάθε διαφορετική περίπτωση μεταλλάσσονται σε ψευδεπίγραφο φάντασμα των δεσποτών. Ή καταλήγουν «στη χειρότερη μορφή τυραννίας: την τυραννία των οργανωμένων φατριών, που αυτοανακηρύσσονται εκπρόσωποι όλου του λαού και σφετερίζονται την κυριαρχία του».

Last modified: 8 Φεβρουαρίου, 2021

Comments are closed.