Δήμαρχος Ιωαννίνων - Μωυσής Ελισάφ

Άρθρο του Δημάρχου Ιωαννίνων στο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ 26-09-2020 – «Σολάλ»: η αναζήτηση της ταυτότητας

28 Σεπτεμβρίου, 2020

Αλμπέρ Κοέν

«Σολάλ»: η αναζήτηση της ταυτότητας

Το διαχρονικό μήνυμα για τη διαμόρφωση ή την επιλογή ταυτότητας σε μια θετή πατρίδα, όπως αποτυπώνεται στο μυθιστόρημα του γαλλόφωνου συγγραφέα Αλμπέρ Κοέν, ο οποίος γεννήθηκε στην Κέρκυρα

Γράφει ο Μωυσής Ελισάφ


Το μυθιστόρημα «Σολάλ» του γαλλόφωνου συγγραφέα της εβραϊκής διασποράς Αλμπέρ Κοέν εκδόθηκε για πρώτη φορά από τον εκδοτικό οίκο Gallimard το 1930. Θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα της γαλλόφωνης εβραϊκής διασποράς, που σημάδεψε τη γαλλική λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Αν και κοντεύει να κλείσει ένας αιώνας από την πρώτη έκδοσή του, παραμένει επίκαιρο. Και τούτο γιατί στις σελίδες του ακόμη και ο πιο απλός αναγνώστης παρακολουθεί να ξετυλίγεται αβίαστα ένα κορυφαίο πρόβλημα, σημαντικό και εξαιρετικά επίκαιρο: είναι το πρόβλημα του σχηματισμού της ταυτότητας των Εβραίων της διασποράς. Ενα πρόβλημα όμως που ενέχει τα χαρακτηριστικά όλων των ανθρώπων της διασποράς και άρα και των σημερινών μεταναστών. Και για τον λόγο αυτό το πρόβλημα είναι και επίκαιρο. Αλλωστε η ίδια η ζωή του Αλμπέρ Κοέν δίνει ένα αξιόπιστο δείγμα διασποράς και άρα και ένα αξιόπιστο δείγμα σχηματισμού ταυτότητας.

Ο Αλμπέρ Κοέν γεννήθηκε στην Κέρκυρα, όπου έζησε τα πρώτα πέντε χρόνια. Στη συνέχεια έζησε στη Μασσαλία 12 χρόνια, στη Γενεύη, στην Αλεξάνδρεια και πάλι στη Γενεύη τα επόμενα 18 χρόνια, στο Παρίσι 8 χρόνια και πάλι στη Γενεύη ως το τέλος του 1981. Ο πατέρας του συγγραφέα, ελληνόφωνος ρωμανιώτης Εβραίος από τα Γιάννινα, η μητέρα Ιταλοεβραία. Οταν το 1969 ρωτήθηκε σε ποιον τόπο θα επιθυμούσε να ζει, απάντησε: «Στην Κέρκυρα, το νησί όπου γεννήθηκα».

Μπορεί ο γενέθλιος τόπος να σημάδεψε οριστικά τον μικρό Αλμπέρ. Η ταυτότητα, όμως, του κατοπινού συγγραφέα διαμορφώθηκε από διαδοχικά επάλληλα πολιτιστικά στρώματα, αντίστοιχα των τόπων όπου έζησε. Τη συνισταμένη ωστόσο αυτών των επάλληλων στρωμάτων ασφαλώς την καθόρισε η γλώσσα και εν προκειμένω η γαλλική. Η ταυτότητά του όμως ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο άλλοτε και στο τώρα. Ανάμεσα στην καταγωγική του ρίζα και στις αναγκαιότητες που επέβαλλαν οι νέες θετές πατρίδες. Να περιφρουρήσει στοιχειωδώς το φυλετικό χρέος κι ας «είχε χτυπηθεί τόσες φορές στο γαλλικό Λύκειο με τους χριστιανούς συμμαθητές του, που του έκαναν μαύρη τη ζωή…». Τόσο, που βαριεστημένος «καμιά φορά στο σχολείο αφηνόταν να τον νικάνε από κούραση. Προς τι; Οι εχθροί ήταν πάντα πλήθος». Κι ας διαπορούσε αγανακτισμένος από την άλλη πλευρά: «Γιατί άραγε ήταν Εβραίος; Γιατί αυτή η δυστυχία;… Α, αν ο κόσμος ήξερε τι καλοσύνη και τι σεβασμός υπάρχει στην ψυχή μου. Γιατί θέλουν να μου τα σκοτώσουν;».

Ανάμεσα σ’ αυτή τη στενωπό διαμορφώνεται η ταυτότητα του Σολάλ. Σε μεγάλο βαθμό είναι η ίδια στενωπός μέσα στην οποία διαμορφώνεται και η ταυτότητα των σημερινών ανθρώπων της διασποράς. Πράγματι, οι απανταχού του κόσμου αλλά και όλων των εποχών οι ξεριζωμένοι, οι ίδιοι και οι απόγονοί τους, πρώτης και επόμενων γενεών, αντιμετωπίζουν το ίδιο βασανιστικό πρόβλημα: Ποιος είμαι; Η καταγωγή μου, το παρόν ή το μέλλον μου. Και προς τα πού να γείρω. Από τη μια να «απορρίπτω» την πολιτιστική ταυτότητα των προγόνων, από την άλλη να με «απορρίπτει» εκείνη της θετής πατρίδας. Να επιθυμώ την ένταξή μου σε ένα νέο «εμείς», και όμως να είμαι διαρκώς ένας «άλλος». Και αυτό να συμβαίνει πολύ περισσότερο όταν «τολμώ» να διακριθώ και ακόμη περισσότερο να αναγνωριστώ. Τελικά, πόσο ελεύθερος είμαι ακόμη και μέσα σε μια δημοκρατία που εγγυάται πάνω απ’ όλα την ατομική ελευθερία; Και λίγο παραπέρα, πώς είναι δυνατόν μια κατ’ όνομα δημοκρατία να διασώζει τον πυρήνα της ουσίας της, όταν ο Σολάλ συνθλίβεται μέσα στην παγίδα του διαρκούς «ξένου»; Ποιος φταίει; Ο Σολάλ πάντως δεν είναι απλώς αθώος. Αντίθετα με την αποτύπωση της περίπτωσής του, εμπλούτισε τη γαλλική γλώσσα με μια ενυπάρχουσα πραγματικότητα και επιπλέον διακατέχεται πάντα και από καλές προθέσεις.

Κριτήρια ταυτότητας

Πώς γεφυρώνεται αυτή η αντίφαση; Πριν από πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, ο Ισοκράτης έδειξε την ασφαλή γέφυρα. Ασφαλή για τους μετανάστες αλλά και για τους γηγενείς, όταν προκειμένου για την ελληνική ιθαγένεια είπε: «Ελληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας παρά τους της κοινής φύσεως μετέχοντας» (Πανηγυρικός, 50). Ελληνες να ονομάζονται πιο πολύ όσοι δέχτηκαν τον τρόπο της δικιάς μας αγωγής, παρά αυτοί που έχουν την ίδια με εμάς καταγωγή. Οπερ σημαίνει ότι το κριτήριο του ποιος είσαι δεν μπορεί να είναι το από πού ξεκινάει η γενιά σου, ούτε το «δίκαιο» του εδάφους, πού δηλαδή γεννήθηκες, ούτε φυσικά το «δίκαιο» του αίματος, όπως με τον γνωστό και βάρβαρο τρόπο επιχείρησαν οι Ναζί.

Κριτήριο του ποιος είσαι μπορεί να θεωρηθεί ακόμη η 14η Τροποποίηση του 1848 των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία «όλοι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν ή πολιτογραφήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και υπόκεινται εκ του λόγου αυτού στη δικαιοδοσία τους είναι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών και της πολιτείας στην οποία διαμένουν». Την ίδια αντίληψη εκφράζει και η Μεγάλη Σφραγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών, όταν γράφει: «E pluribus unum» («Από πολλές, μία»).

Να σημειώσουμε ακόμη και το γεγονός ότι η γλώσσα μπορεί να συμβάλει στον σχηματισμό ενιαίας ταυτότητας: τον 19ο αιώνα, για παράδειγμα, «λιγότερα από τα μισά σχολιαρόπαιδα της Γαλλίας μίλαγαν γαλλικά. Αντ’ αυτών μίλαγαν τις τοπικές διαλέκτους και γλώσσες… Ως αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, η γαλλική κυβέρνηση θέσπισε τη γαλλική ως επίσημη γλώσσα της σχολικής μάθησης… Επρόκειτο για μια διαδικασία μετασχηματισμού των χωρικών σε Γάλλους». (1)

Η περίπτωση του Σολάλ εικονογραφεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αναζήτηση μιας ταυτότητας προς την κατεύθυνση του να είναι αυτό που θέλει ο ίδιος να είναι και δικαιούται να είναι, αλλά που εντούτοις παραμένει ο «άλλος» και εν τέλει ο πολλαπλά «ξένος». Και ας διαισθάνεται και αυτός και οι άλλοι ότι η ποικιλομορφία σε ένα κράτος όχι μόνο δεν βλάπτει την ταυτότητα των γηγενών, αντίθετα την ωφελεί, υπό τον όρο βέβαια ότι όλοι αποδέχονται το συνταγματικό πολίτευμα και γενικότερα τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Κλείνοντας και διεισδύοντας στο πρόβλημα της ώσμωσης των διαφορετικοτήτων, μπορούμε να πούμε ότι η απάντηση είναι μονόδρομος: υπάρχει η κουλτούρα της χώρας υποδοχής. Πρόκειται για έναν κώδικα αξιών που απέκτησε ισχύ καθολικότητας. Οι επερχόμενοι από τη στιγμή που υιοθετούν τον κώδικα αυτόν είναι ισότιμοι πολίτες. Και άρα είναι έτοιμοι να συνεργαστούν για την προώθηση του δημόσιου συμφέροντος. Ο Σολάλ υποδεικνύει από το βάθος σχεδόν ενός αιώνα τις δυσκολίες, το τίμημα της ενσωμάτωσης, αλλά και την κατεύθυνση. Υπόδειξη πολλαπλώς χρήσιμη για τους δύσκολους καιρούς που διανύουμε.
(1) Albert Weale, «Η βούληση του λαού», μτφ. Δ. Κούλουθρος, εκδ. Επίκεντρο, σελ. 55

Ο Μωυσής Ελισάφ είναι δήμαρχος Ιωαννίνων

Last modified: 28 Σεπτεμβρίου, 2020

Comments are closed.