Δήμαρχος Ιωαννίνων - Μωυσής Ελισάφ

“Αδιέξοδα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση”

13 Ιουλίου, 2020

Άρθρο του Δημάρχου Ιωαννίνων Μωυσή Ελισάφ στην εφημερίδα Τα Νέα για τα “Αδιέξοδα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση”

Προέρχονται από την ανοιχτή κοινωνία των πολιτών και ανέλαβαν θέσεις ευθύνης σε διαφορετικούς τομείς: ο Μωυσής Ελισάφ εκλέχθηκε πέρυσι δήμαρχος Ιωαννίνων και ο Πέτρος Θέμελης είναι ο διευθυντής του ανασκαφικού προγράμματος που έφερε στο φως την πολιτεία της Αρχαίας Μεσσήνης. Έχουν βάση, λοιπόν, οι κριτικές επισημάνσεις του μεν Ελισάφ για τη «θεσμική ανορθοδοξία» της απλής αναλογικής, που οδηγεί ήδη σε αδιέξοδα την Τοπική Αυτοδιοίκηση, του δε Θέμελη για την έλλειψη δασολογίου, το δομημένο και αδόμητο περιβάλλον. «ΤΑ ΝΕΑ» παρουσιάζουν δύο ξεχωριστές παρεμβάσεις με κοινή αγωνία

Του Μωυσή Ελισάφ

«Το βέλτιστον αεί, μη το ράστον άπαντας λέγειν»
(Δημοσθένης, «Περί των εν Χερρονήσω». 72)
Κάθε μεγάλη οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, κοινωνική αλλά και υγειονομική κρίση ξεσηκώνει θύελλες που αλλάζουν όλα τα δεδομένα στην οικονομία, στην πολιτική, αλλά και στην ίδια την ψυχολογία των ανθρώπων. Η οικονομική κρίση του 2008 και ακόμη περισσότερο η πανδημία του 2020 με την «αναπάντεχη» και μη άμεσα εξηγήσιμη έλευσή τους γέννησαν αχαλίνωτες εντάσεις και προκάλεσαν κοινωνικό αναβρασμό. Οι μεγάλες κοινωνικές συσπειρώσεις συρρικνώθηκαν όταν δεν μηδενίστηκαν, η αμεριμνησία του παρελθόντος κατακρημνίστηκε, οι παραδοσιακές διαιρέσεις κατακερματίστηκαν. Η πραγματικότητα έτριξε τα δόντια με τον πλέον ωμό τρόπο: η δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα πρωτόγνωρης έντασης. Σε αυτή τη σύντομα περιγραφόμενη κατάσταση προστέθηκε και η καθιέρωση της λεγόμενης απλής αναλογικής, που για την Τοπική Αυτοδιοίκηση ήταν απλή αναλογική των δύο γύρων.
Το αίτημα της απλής αναλογικής ήταν πάγιο αίτημα της Αριστεράς κυρίως. Και ήταν εύλογο προκειμένου να περιφρουρήσει τα ποσοστά της από τα διάφορα μπόνους της ενισχυμένης και ακόμη χειρότερα του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος. Αναφερόταν όμως στη διάσωση της πολιτικής βούλησης των οπαδών της που απαιτούσαν – και ευλόγως – να αντιπροσωπεύονται αναλόγως και σε επίπεδο αντιπροσώπων. Η απλή, όμως, αναλογική των δύο γύρων που ίσχυσε στις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ήταν κάτι άλλο, πρωτόγνωρο και τουλάχιστον ανορθόδοξο. Και συγκεκριμένα: την πρώτη Κυριακή οι δημότες δεν κλήθηκαν να αναδείξουν τους δύο υποψήφιους νικητές της δεύτερης Κυριακής, όπως άλλωστε γίνεται σε όλα τα εκλογικά συστήματα. Αντίθετα, κλήθηκαν να εκλέξουν τους αντιπροσώπους μόνο και άρα να περιφρουρήσουν τα ποσοστά των παρατάξεων. Και κλήθηκαν τη δεύτερη Κυριακή να επιλέξουν τον πρώτο αιρετό και την παράταξή του. Τον οποίο επέλεξαν κυρίως με βάση τις προεκλογικές δεσμεύσεις του και την υποχρέωση να τις εφαρμόσει και να είναι αυτός που θα απολογηθεί για τον βαθμό της συνέπειάς του.
Είναι προφανές ότι αυτή η «απλή αναλογική» δημιούργησε το πρωτόγνωρο παράδοξο: εξέλεξε την εν δυνάμει πλειοψηφούσα δημοκρατική νομιμοποίηση την πρώτη Κυριακή και τον πρώτο υπεύθυνο για τη διαχείριση των κοινών τη δεύτερη. Με απλά λόγια, τον «στρατό» την πρώτη και τον «στρατηγό» τη δεύτερη. Με αποτέλεσμα ο επικεφαλής της διαχείρισης του δήμου ή πρέπει να υποταχθεί στην εν δυνάμει πλειοψηφία της αντιπολίτευσης και άρα να αθετήσει τις δεσμεύσεις για τις οποίες τον ψήφισαν οι δημότες, ή να υποταχθεί στις απαιτήσεις της αντιπολίτευσης, να αθετήσει τις προεκλογικές δεσμεύσεις, τις οποίες όμως επικύρωσαν οι δημότες με την ψήφο της δεύτερης Κυριακής, ή το χειρότερο να αδρανήσει αφήνοντας τα προβλήματα του δήμου στην αυτοεπιδείνωσή τους. Δηλαδή το τέλειο αδιέξοδο. Λένε – και ορθώς – ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Αυτό πράγματι ισχύει. Τελεί, όμως, υπό αυστηρούς όρους: στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία η ευθύνη για την κοινή απόφαση περνάει στους αιρετούς. Από την ορθή διαχείριση αυτής της ευθύνης θα καθοριστεί η ποιότητα της δημοκρατίας. Αν, συνεπώς, οι αιρετοί έχουν σταθερά προσηλωμένη την προσοχή τους στο κοινό συμφέρον και όχι στο προσωπικό πολιτικό τους μέλλον, τότε η δημοκρατία θριαμβεύει στην πράξη. Αν όμως ως στόχο θέτουν τη συντριβή των διαφορετικών για να κρατούν ανοιχτό τον δρόμο για την εξουσία, τότε είναι προφανές ότι η δημοκρατία μεταβάλλεται σε εργαλείο για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών και ακυρώνεται στην πράξη από μέσα. Τότε είναι που εγκαθίσταται στους ναούς των αιρετών κοινοβουλίων και συμβουλίων ο διχασμός, η πόλωση και ο φανατισμός και εν τέλει η δημαγωγία.
ΑΠΟΛΥΤΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ. Και κάτι ακόμη: στην πολιτική δεν υπάρχουν απόλυτες αλήθειες. Κυρίως υπάρχουν απόψεις. Και διαφορετικές και αντιτιθέμενες. Και αυτό ισχύει πολύ περισσότερο αν σκεφτούμε ότι τα αιρετά όργανα της δημοκρατίας δεν είναι κατ’ ανάγκη και αδιαμφισβήτητος φορέας της άποψης των άλλων. Οταν, όμως, προβάλλονται ως απόλυτες, είτε από την πλειοψηφούσα δύναμη είτε από τη μειοψηφούσα, δεν πρόκειται για απόσταγμα της αλήθειας. Πρόκειται για άποψη που, αν περιβληθεί με το φωτοστέφανο του απόλυτου, τότε οδηγεί στον δογματισμό και εκείθεν στον φανατισμό και τη δημαγωγία. Και δημαγωγία είναι η δαιμονοποίηση της διαφορετικής άποψης. Δημαγωγία είναι όταν τα πολιτικά προβλήματα της συνύπαρξης ανάγονται στην προκρούστεια κλίνη του «ή εμείς» «ή αυτοί». Δημαγωγία είναι αν μια εξόφθαλμα άδικη πράξη τη χαρακτηρίζουμε για μεν τους «δικούς μας» επιεικώς «λάθος», ενώ για τους απέναντι κατάφωρο έγκλημα. Δημαγωγία είναι όταν για το σωστό και δίκαιο των απόψεών μας δεν χρειάζονται αποδείξεις, αρκεί η ένταξή μας στους από εδώ και όχι στους από εκεί. Δημαγωγία είναι όταν άλλα κριτήρια χρησιμοποιούμε όταν διαγράφουμε την άποψη κάποιου και άλλα όταν πρόκειται για μας για το ίδιο αντικείμενο. Εδώ είναι που καταληστεύεται η έννοια της αμεροληψίας. Δημαγωγία είναι πρώτα να πιστεύουμε και ύστερα να ψάχνουμε για ένα «γιατί». Δημαγωγία είναι όταν αξιολογώ τον λόγο του απέναντι όχι ως προς το τι ακριβώς λέει, αλλά ως προς το ποιος είναι αυτός που το λέει κ.ο.κ. Είναι προφανές πως πρόκειται για φαύλο κύκλο, που μόνον ο διάλογος, «κληρονομηθέν χρέος» από τους προγόνους μας, μπορεί να αποτρέψει και να αποθεώσει την αξία της δημοκρατίας.
Ο στόχος, συνεπώς, των αντιπροσώπων σε μια ευνομούμενη δημοκρατία δεν μπορεί να είναι η αναπαραγωγή των παρατάξεων, ούτε βέβαια η κατάληψη της εξουσίας ή η επικράτηση των απόψεών τους διά μέσου της συντριβής των απέναντι. Ο στόχος των αντιπροσώπων είναι ένας: οι ατομικές απόψεις των αιρετών αρχόντων να προσεγγίσουν την πλειονότητα των απόψεων των δημοτών. Και επειδή είναι αδύνατο σε μια κοινωνία να μην υπάρχουν σημεία συνομολόγησης, ο στόχος των αντιπροσώπων είναι να προσεγγίσουν αυτά τα σημεία συνομολόγησης και να τα κάνουν πράξη. Τότε είναι που η κοινωνία – και εν προκειμένω ο δήμος – αποκτά τον έλεγχο του εαυτού της και τότε είναι που η δημοκρατία μεγαλουργεί.
ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΩΝ. Είναι λοιπόν κατεπείγον, με γνώμονα τα παραπάνω, και όχι μόνον, οι αντιπρόσωποι όλων των δήμων, μαζί και οι δημότες, να συστρατευτούμε, τουλάχιστον για όσο χρόνο η θεσμική αυτή ανορθοδοξία θα ισχύει, σε μια κοινή προσπάθεια επανεκκίνησης της λειτουργίας των δήμων, αλλά και της δημοκρατίας. Οι καιροί δεν επιτρέπουν λάθη και προπάντων δεν παρέχουν συγγνώμη. Σήμερα κιόλας να ξεκινήσουμε μια πανστρατιά για την αποτελεσματική λειτουργία των υπηρεσιών που οφείλουν να εξυπηρετούν και όχι να ταλαιπωρούν τους δημότες, για έξυπνες πόλεις που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των πολιτών, για τη βελτίωση της καθημερινότητας, για μια κοινωνική πολιτική που να απαντάει στις προκλήσεις των καιρών, για τον πολιτισμό, για καινοτόμες πολιτικές για τον τουρισμό που δοκιμάζεται και την εξωστρέφεια, για την αξιοκρατία και ισοπολιτεία που πάσχουν και προπάντων για την αναζήτηση των σημείων συνομολόγησης που υπάρχουν, αλλά που συχνά οι ιδιοτελείς προσδοκίες τα εμποδίζουν. Ο λόγος του Μοντεσκέ που διεμήνυε ότι «η πολιτική ελευθερία έγκειται στη δυνατότητα να μπορεί να κάνει κάποιος ό,τι π ρ έ π ε ι να θέλει» είναι ο πλέον επίκαιρος. Το καλύτερο μέλλον δεν είναι εκεί κάπου και μας περιμένει. Το καλύτερο μέλλον θα έρθει – αν έρθει – από εμάς τους ίδιους. Και από τις επιλογές μας.
Η Ιστορία κινείται με ταχύτητα που θέτει εκτός λειτουργίας τους θεσμούς που υπηρετούσαν το άλλοτε. Ακόμη και αν είχαμε μεγαλοφυείς και ήρωες επικεφαλής, πάλι θα αντιμετωπίζαμε την κρίση του συστήματος. Συνεπώς, το νέο δίλημμα δεν είναι μόνο οι ισχυρές ηγεσίες που θα κάνουν τα τρένα να φτάνουν στην ώρα τους, αλλά ο σχεδιασμός ισχυρών θεσμών που θα προωθούν πολιτικές που ενώνουν και παράγουν αποτελέσματα. Αλλωστε, η αναζήτηση ενός μεσσία δεν είναι παρά η νοσταλγία μιας μητρικής ή πατρικής προστασίας.
Και κάτι προτελευταίο: είναι χρήσιμο να μη λησμονούμε ότι κάθε εκτροπή από τον στόχο πλήττει ευθέως τη δημοκρατία και διευρύνει τα ακροατήρια των εχθρών της. Και το τελευταίο: το χαλί για την εξουσία μόνον όταν χρησιμοποιείται για την υπηρεσία της συλλογικής βούλησης και την επιδίωξη του κοινού καλού είναι χρήσιμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση είναι το ίδιο χαλί που θα χρησιμεύσει για την απομάκρυνση από την εξουσία. Και μάλιστα οριστικά.

Last modified: 13 Ιουλίου, 2020

Comments are closed.